Μαρία Θαμπράνο: Θεωρείται από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ισπανίας του 20ού αιώνα

Η Μαρία Θαμπράνο Αλαρκόν (María Zambrano Alarcón, Βέλεθ-Μάλαγα, 22 Απριλίου 1904 – Μαδρίτη, 6 Φεβρουαρίου 1991) ήταν Ισπανίδα φιλόσοφος, δοκιμιογράφος και ποιήτρια. 

Θεωρείται από τις σημαντικότερες πνευματικές φυσιογνωμίες της Ισπανίας του 20ού αιώνα. Δίδαξε φιλοσοφία στην Ισπανία, το Μεξικό, την Κούβα και το Πουέρτο Ρίκο. Έζησε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής της στην εξορία και της αποδόθηκαν πολυάριθμες τιμές μετά την πτώση της δικτατορίας του Φράνκο. Έτσι ονομάζεται προς τιμή της και ο κεντρικός σιδηροδρομικός σταθμός της Μάλαγας.
Γεννήθηκε στο Βέλεθ-Μάλαγα, στην Ανδαλουσία της Ισπανίας, όπου έζησε τα τέσσερα πρώτα χρόνια της ζωής της. Η οικογένειά της μετακόμισε το 1909 στη Μαδρίτη για να καταλήξει λίγο αργότερα στη Σεγόβια, όπου και μεγάλωσε. Ο πατέρας της, Μπλας Χοσέ Θαμπράνο, συνδεόταν με βαθιά φιλία με το Σεβιλλιάνο ποιητή Αντόνιο Ματσάδο κι αυτή τους η φιλία σημάδεψε και τη δική της ζωή. Το 1927 φοιτεί στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου της Μαδρίτης (Universidad Central de Madrid) κι έχει δασκάλους μεταξύ άλλων τους Χοσέ Ορτέγα ι Γκασέτ και Χαβιέρ Θουμπίρι. Το 1931 αναλαμβάνει καθήκοντα Βοηθού Καθηγητή στην έδρα της Μεταφυσικής στο ίδιο πανεπιστήμιο, εκπονώντας παράλληλα τη διδακτορική της διατριβή με τίτλο La salvación del individuo en Spinoza [Η σωτηρία του ατόμου στο Σπινόζα].
  • Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία
Την περίοδο της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας γνωρίζει και συνδέεται με φιλία με πολλούς σημαντικούς Ισπανούς ποιητές και καλλιτέχνες της εποχής, όπως ο Λουίς Θερνούδα της περίφημης γενιάς του 1927, ο Ραφαέλ Ντιέστε, ο Μιγκέλ Ερνάντεθ και ο Καμίλο Χοσέ Θέλα. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 1936 παντρεύεται τον ιστορικό Αλφόνσο Ροντρίγκεθ Αλδάβε και μετά από λίγο μεταβαίνουν στη Χιλή, όπου ο σύζυγός της είχε διοριστεί Γραμματέας Πρεσβείας Β’. Πιάνοντας λιμάνι στην Αβάνα γνωρίζει τον Κουβανό ποιητή Χοσέ Λεσάμα Λίμα και δίνει μια διάλεξη για τον Ορτέγα ι Γκασέτ. Το 1937 την ημέρα που τα στρατεύματα του Φράνκο κατακτούν το Μπιλμπάο το ζευγάρι επιστρέφει στην Ισπανία. Στην ερώτηση που τους έκαναν τότε, γιατί γύρισαν πίσω ενώ χανόταν ο πόλεμος, απάντησαν «ακριβώς γι’ αυτό».
  • Εξορία
Η Θαμπράνο ζει στη Βαλένθια και στη Βαρκελώνη μέχρι την ολοκληρωτική κατάκτηση της χώρας από τα φασιστικά στρατεύματα του Φράνκο κι υπηρετεί τη Δημοκρατία ως Μέλος της Επιτροπής Εκκένωσης Παιδικού Πληθυσμού. Ο σύζυγός της κατατάσσεται στο δημοκρατικό στρατό και υπηρετεί κι αυτός με τη σειρά του ως Μέλος του Συμβουλίου Προπαγάνδας. Εξορίζεται το 1939 μαζί με τη μητέρα της, Αραθέλι Αλαρκόν, την αδερφή της και τον κουνιάδο της. Διασχίζουν τα ισπανογαλλικά σύνορα στις 28 Ιανουαρίου του ίδιου έτους. Μετά από μία σύντομη διαμονή στο Παρίσι και τη Νέα Υόρκη επανέρχεται στην Αβάνα μετά από πρόσκληση του Πανεπιστημίου της Αβάνας και ξανασυναντά το Λεσάμα Λίμα. Επόμενος σταθμός της είναι το Μεξικό, όπου διορίζεται καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Μορέλιας (Universidad Michoacana de San Nicolás de Hidalgo) της Πολιτείας του Μιτσοακάν. Το 1943 και 1944 ζει στο Πουέρτο Ρίκο και διδάσκει στο Πανεπιστήμιο του Σαν Χουάν όπως και για το Σύλλογο Αποφοίτων Γυναικών.
 
Το Σεπτέμβριο του 1946 μεταβαίνει για την κηδεία της μάνας της στο Παρίσι. Το 1947 χωρίζει με το συζυγό της. Παραμένει στο Παρίσι τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια μέχρι την 1η Ιανουαρίου 1949 όπου θα εγκατασταθεί στην Αβάνα. Θα μείνει στην Κούβα μέχρι το 1953, δίνοντας διαλέξεις, σεμινάρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Κατόπιν επιστρέφει στην ευρωπαϊκή ήπειρο και μένει στη Ρώμη μέχρι το 1964, όπου γνωρίζει την ιταλική ιντελιγκέντσια, ανάμεσα τους την Έλενα Κρότσε και τον Ελέμιρε Τσόλα καθώς και Ισπανούς διανοούμενους όπως το Ραφαέλ Αλμπέρτι και τον ποιητή Χόρχε Γκιγιέν. Το 1964 επανέρχεται στη Γαλλία στο εξοχικό της στο Λα Πιες στα βουνά του Ιούρα (στα γαλλοελβετικά σύνορα) κι αρχίζει το Claros del bosque [Ξέφωτα του Δάσους] .
  • Καταξίωση κι επαναπατρισμός
Στην Ισπανία γίνεται γνωστή με τη δημοσίευση του άρθρου του στοχαστή Χόρχε Λουίς Λόπεθ-Αρανγκούρεν Χιμένεθ Los sueños de María Zambrano [Τα όνειρα της Μαρίας Θαμπράνο] (Revista de Occidente, Φεβρουάριος 1966). Το 1973 ξαναζεί στη Ρώμη. Από το 1974 ως το 1978 καταπιάνεται ξανά στο Λα Πιες με τη συγγραφή του Claros del bosque [Ξέφωτα του Δάσους], διατηρώντας συχνή αλληλογραφία, η οποία έχει δημοσιευθεί στα ισπανικά, με τον ισπανό φιλόσοφο, Αγουστίν Αντρέου. Η επιδείνωση της υγείας της, την αναγκάζουν να μετακομίσει στο Φερνέ-Βολτέρ, στις γαλλικές Άλπεις και δύο χρόνια αργότερα, το 1980, στη γειτονική Γενεύη. Το ίδιο έτος ανακηρύσσεται Επίτιμη Πολίτης του Πριγκιπάτου των Αστουριών μετά από πρωτοβουλία της αστουριανής παροικίας της Γενεύης.
 
Το 1981 καταξιώνεται για το φιλοσοφικό και λογοτεχνικό της έργο με το Βραβείο Πρίγκιπας των Αστουριών στον τομέα Επικοινωνία και Ανθρωπιστικές Επιστήμες. Το ίδιο έτος ο Δήμος της γενέτειράς της, Βέλεθ-Μάλαγα, της αποδίδει τιμές με τον τίτλο της Επίτιμης Δημότισσας. Τον επόμενο χρόνο αναγορεύεται Επίτιμη Διδάκτωρ του Πανεπιστημίου της Μάλαγας.
 
Στις 20 Νοεμβρίου του 1984 μετά από 45 χρόνια εξορίας η Μαρία Θαμπράνο ξαναπατάει το πλέον ελεύθερο ισπανικό έδαφος και ζει τα υπόλοιπά της χρόνια στη Μαδρίτη, την οποία εγκαταλείπει σε σπάνιες περιπτώσεις, διανύοντας μία από τις πιο δημιουργικές φάσεις της ζωής της. Στις 28 Φεβρουαρίου του 1985 ανακηρύσσεται Επίτιμη Πολίτης της Αυτόνομης Κοινότητας της Ανδαλουσίας. Το 1987 ιδρύεται στο Βέλεθ-Μάλαγα το Ίδρυμα Μαρία Θαμπράνο. Το 1988 της απονέμεται το Βραβείο Θερβάντες.
Πέθανε στη Μαδρίτη στις 6 Νοεμβρίου του 1985 και η σορός της ετάφη στην ιδιαίτερη πατρίδα της. Μετά θάνατον, το 2002, τιμήθηκε πλέον και με την ανακήρυξή της ως Επίτιμη Πολίτης του Νομού της Μάλαγας. Στις 27 Νοεμβρίου του 2006 δόθηκε το όνομά της στον κεντρικό σιδηροδρομικό σταθμό της Μάλαγας.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.