Καίη Τσιτσέλη: “Το παράθυρο” | Διήγημα

ΚΑΙΗ ΤΣΙΤΣΕΛΗ

Το παράθυρο

ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ έφτασαν. Άρχισαν να φτάνουν.

Ύστερα από τόσες φορές που βγήκα γελασμένη. Τούτη τη φορά είναι αλήθεια, είμαι βέβαιη. Το σπίτι δε θα ’ναι πια αδειανό. Θα έχει φώτς και σιλουέτες που θα πηγαινοέρχονται· δώθε κείθε, πάνω κάτω. Το σπίτι θα είναι διάφανο. Ώς τώρα ήταν στέρεο, συμπαγές, άχρηστο· ένα αντικείμενο μες στο σκοτάδι, ένα εμπόδιο. Ποτέ μου δεν το συνήθισα έτσι άδειο. Μου χτυπούσαν στα νεύρα, σαν ένα ξένο σώμα μες στο μάτι μου, ένα νεκρό σημείο, ένα σκέτο πράγμα στον ανοιχτό χώρο. Τόσο κοντά μου – ακριβώς απέναντι στο σπίτι μου – που δεν μπορούσε να γίνει ένα κομμάτι του τοπίου. Τώρα πια θα ήταν ένα σπίτι.

Να η τοπογραφία του χώρου: μια μεγάλη έκταση στρωμένη με χαλίκι, με μια ζώνη από δέντρα, γκαράζ και θερμοκήπια ολόγυρα.. Στη μέση έχει πέντ’ έξι σπίτια με διαφορετικό σχήμα, σκορπισμένα στην τύχη. Είναι μια περίεργη οικιστική διαρρύθμιση. Προσπάθησαν ίσως ν’ αποφύγουν το γεωμετρικό σχήμα και να μιμηθούν το σχηματισμό μιας καλοκαιρινής κατασκήνωσης. Γι’ αυτό βρίσκεται το σπίτι μου σε τόσο ασυνήθιστη σχέση με το αδειανό σπίτι: στέκουν το ένα αντίκρυ στο άλλο, αλλά αντικρύζονται με πολύ μεγαλύτερη οικειότητα απ’ ό,τι δυο αντικρυστά σπίτι σ’ ένα δρόμο. Δεν υπάρχει δρόμος ανάμεσά μας ούτε κήπος ούτε καν μια εσωτερική αυλή. Τίποτα δεν υπάρχει ανάμεσά μας. Τα δυο σπίτι στέκουν αιχμάλωτα πάνω στο γυμνό χαλίκι κι ανασαίνει το ένα μες στα χνώτα του άλλου. Και τα δυο έχουν από δυο πατώματα, αλλά το δικό μου είναι λίγο μικρότερο. Η διαρρύθμιση των δωματίων δεν είναι ακριβώς η ίδια. Η κουζίνα μου αντικρύζει το σαλόνι τους, ενώ η κουζίνα τους αντικρύζει το σαλόνι μου. Αλλά οι κρεβατοκάμαρες στο δεύτερο πάτωμα είναι ίδιες, αντίκρυ ακριβώς η μια στην άλλη (τα παράθυρα μόνο είναι διαφορετικά). Θαυμαστή συμμετρία, άμα το καλοσκεφτείς· συμμετρία χωρίς ομοιομορφία. Όπως τα βήματα της χορεύτριας και τα βήματα του χορευτή σ’ ένα μπαλέτο, απόλυτα ταιριασμένα, αλλά ανόμοια.

Γι’ αυτό το λόγο ακριβώς δεν μπορούσα να το υποφέρω αδειανό το σπίτι. Έσερνα ξοπίσω μου ένα νεκρό βάρος· ο μισός εαυτός μου ήταν νεκρός. Και το δικό μου το σπίτι γινόταν άδειο, χωρίς αντίλαλο. Ένα κλαδί που νεκρωνόταν πάνω σ’ ένα νεκρό δέντρο.

Δεν υπάρχει τίποτα ανάμεσά μας, κι αυτή η στενή γειτνίαση είναι δύσκολη υπόθεση. Σε κάνει ένα εξάρτημα. Θα ήταν καλύτερα ίσως να ζει κανείς ολομόναχος, σ’ ένα σπιτάκι στην εξοχή, μόνος κι ελεύθερος. Αλλά μ’ όλο που εγώ ζω ήσυχα κι έχω αρχίσει να γερνάω δε μ’ αρέσει να είμαι εντελώς απομονωμένη.

ΛΕΝΕ πως η καινούργια ενοικιάστρια είναι μια ωραία γυναίκα. Είναι νιόπαντρη, είναι και νέα, και πλούσια. Λένε, λένε… Δεν πολυμιλάνε για τον άντρα της. Και ανακάλυψα πως κι εγώ σχεδόν δεν τον σκέφτηκα. Είναι φυσικό. Αυτόν δε θα τον βλέπω και τόσο, θα λείπει όλη μέρα.

Πολλές φορές είχα βγει γελασμένη. Έρχονταν άνθρωποι κι έβλεπαν το σπίτι· δεν έμεναν. Μερικοί δεν έμπαιναν καν μέσα, παρά έκαναν αργόσχολα το γύρο του σπιτιού και προσπαθούσαν να ρίξουν ματιές μες από τα σκονισμένα παράθυρα· σαν απλοί θεατές σ’ ένα δυστύχημα· και κατόπι γύριζαν και έφευγαν. Έπειτα ήρθε μια μακριά περίοδος ησυχίας· δε γινόταν τίποτα. Έμεινα ξανά τυφλή, τα μάτια μου πήραν το ίδιο χρώμα με τους τοίχους του άδειου σπιτιού. Έπειτα, μια μέρα, ήρθαν εργάτες· έβαψαν τα ταβάνια και μερικούς από τους τοίχους. Όσο έβαφαν, είχαν σκεπάσει τα κρεβάτια και τα έπιπλα μ’ εφημερίδες, έτσι που τα δωμάτια σαβανώθηκαν, πιο πολύ σαν να ’φευγε κάποιος παρά σαν να περίμεναν κάποιον να ’ρθει. Γι’ αυτό και οι προετοιμασίες δε μου έδωσαν χαρά ούτε ελπίδα, μ’ όλο που ήταν φανερό πως έφτανε η στιγμή.

Όταν τέλειωσαν οι εργάτες, ήρθε μια μακριά, ατέλειωτη μέρα ολοκληρωτικής σιωπής, πιο απόλυτης απ’ όλη τη μακριά σιωπή που είχαμε έως τώρα. Η σιωπή πριν από την αυγή, όπως λένε. ΅΄ιχα παραλύσει, δεν περίμενα πια τίποτα άλλο.

Σήμερα το πρωί όλα φαίνονταν τα ίδια, εκτός από μια μικρή λεπτομέρεια, που άλλαξε εντελώς το σκηνικό και μπήκε στα ναρκωμένα μου μάτια σαν αγκίδα. Πρωί-πρωί, ο αόρατος επισκέπτης, ο γαλατάς, είχε αφήσει μια μπουκάλα γάλα στο κατώφλι του άδειου σπιτιού, μια μπουκάλα γάλα, αστραφτερή, αστραφτερή άσπρη και ασυνήθιστη πάνω στα βρώμικα τούβλα του τοίχου. Ανατρίχιασα. Ώστε αυτό ήτανε το πρώτο σημάδι. Σαν την ανάποδη από τη διαδικασία των ποντικών που εγκαταλείπουν το πλοίο καθώς βουλιάζει· ανάποδη, αλλά το ίδιο δυσοίωνη. Δεν ξέρω κι η ίδια γιατί. Ίσως επειδή δεν το ’χα συνηθίσει. Ίσως από την ένταση της προσδοκίας μου.

Στα μισά του πρωινού ένα μπλε αυτοκίνητο ήρθε και σταμάτησε μπρος στην εξώπορτα του άδειου σπιτιού. Δυο κορίτσια βγήκαν από μέσα, πολύ όμορφα, πολύ κομψά. Εξαφανίστηκαν μες στο σπίτι, και κάμποση ώρα δεν τις ξανάδα. Ίσως κάθονταν κοντά στο τζάκι κι έπιναν καφέ. Το τζάκι δε φαίνεται από δω. Πολλές γωνιές του σπιτιού δε φαίνονται από δω. Το σπίτι βέβαια δεν είναι αληθινά διάφανο και δεν περιμένεις να έχουν απεριόριστη δύναμη τα παράθυρα. Αλλά πρώτη φορά το είδα αυτό στην πράξη. Μου φαίνεται πως έβλεπα περισσότερα πράγματα όταν ήταν το σπίτι αδειανό. Ίσως επειδή τότε δεν το κοίταζα πραγματικά.

Ύστερ’ από λίγο, τα δυο κορίτσια βγήκαν από το σπίτι κι άρχισαν να κουβαλούν πράγματα από τ’ αυτοκίνητο. Λίγα πράγματα που κουβάλησαν στην αρχή τα είχαν τυλιγμένα με χαρτί και δεν μπορούσα να δω τι ήταν· το σχήμα των πακέτων δε μου ’λεγε τίποτα. Ύστερα όμως έβγαλαν πιο ογκώδη πράγματα, που ευτυχώς δεν τυλίγονταν. Κι έτσι τα είδα όλα. Ήταν μια κόκκινη καρέκλα της κουζίνας· ήταν μια μεγάλη κίτρινη πλαστική λεκάνη· ήταν ένας κόκκινος σκουπιδοτενεκές· ήταν δυο μεγάλα μπουκέτα γλαδιόλες κι ένα μικρό μπουκέτο πρίμουλες. Είδα ξανά τις πρίμουλες, πιο ύστερα, τις έβαλαν στην κρεβατοκάμαρα, στο κρεβάτι του παράθυρου. (Δεν τις κράτησαν πολύ, τις πέταξαν μετά την τρίτη μέρα· κι όμως οι πρίμουλες μπορούν να κρατήσουν πολύ περισσότερο, μια ολόκληρη βδομάδα, αν τους αλλάζεις ταχτικά το νερό).

Έλειψα λίγη ώρα στο μπάνιο κι όταν κατέβηκα, τα πρεβάζια των παραθυριών στο ισόγειο ήταν κιόλας μεταμορφωμένα· είχαν μπει δυο τασάκια (μοντέρνα, ασύμμετρα), ένα κύπελλο από αγώνες του τέννις, τρεις κάρτες (συγχαρητήρια για το γάμο;) κι ένα μεγάλο χαρτονένιο κουτί με τη λέξη blocko γραμμένη λοξά απάνω – κι όλα αυτά τα πράγματα διαγράφανε μια κάθετη τομή, μια γραμμή του ορίζοντα, σαν την περίφημη γραμμή του ορίζοντα της Νέας Υόρκης, εκεί όπου πρωτύτερα ήταν μονάχα ο σκέτος ορίζοντας της ερήμου.

Το σπίτι είναι χτισμένο με τέτοιον τρόπο, που από το μπρος παράθυρο του σαλονιού τους βλέπω κατευθείαν στο πίσω παράθυρο – και έξω από το πίσω παράθυρο, όπου πλαισιώνεται ένα κομμάτι σκουροπράσινος φράχτης. Κι έτσι τσα αντικείμενα διαγράφονται πολύ καθαρά. Κι εγώ τα μελετάω, τα τοποθετώ προσεχτικά στη ζωή της (τη ζωή της καινούργιας ενοικιάστριας), στον κόσμο της. Αλλά το κουτί που έχει απάνω τη λέξη blocko είναι για μένα ένα πρόβλημα. Ίσως να είναι κανένα παιχνίδι. Θα παίζει λοιπόν το βράδυ με τον άντρα της. Αλλά δε μπορώ να το φανταστώ καλά. Με ενοχλεί κάπως· ενώ καθόλου δε με σκοτίζει το άλλο που θα ’ταν φυσικό ν’ αναρωτηθώ, αν εκείνη ή ο άντρας της είχε κερδίσει το ασημένιο κύπελλο στο τέννις. Μπορεί να ’ναι ο ένας ή ο άλλος, ταιριάζει και στους δυο· δεν υπάρχει διαφορά. Αλλά το παιχνίδι; Είμαι υπερβολικά βιαστική. Πρέπει να περιμένω. Τώρα είναι μονάχα η αρχή, η πρώτη απογραφή· τα πρώτα στοιχεία.

Τα κορίτσια έφυγαν. Αλλά όταν έκλεισαν την πόρτα, η σιωπή δεν ήταν πια η ίδια, και δεν υπήρχε κενό, αν και τίποτα δε σάλευε τώρα στο σπίτι. Η ζώνη της σιωπής είχε σπάσει, τα μάγια λύθηκαν, η κατάκτηση είχε αρχίσει, το μίασμα της ζωής έπαιρνε ν’ απλώνεται. Και το σπίτι μου, κι αυτό παλλόταν ολόκληρο.

Το μεσημέρι ήρθε άλλο αυτοκίνητο· μια μεγάλη μαύρη λιμουζίνα. Μια ηλικιωμένη (αλλά λεπτή και καλοντυμένη) γυναίκα βγήκε από μέσα, κι ένας νεαρός. Είχανε μαζί τους ένα σκυλί. Γάβγιζε και πηδούσε εδώ κι εκεί, νιώθοντας άνεση από την πρώτη στιγμή, και τότε μόνον κατάλαβα καλά πως η καινούργια βασιλεία είχε αρχίσει. Μισή ώρα αργότερα, έβγαλαν ένα εμαγέ πιάτο για το σκύλο έξω από την πόρτα της κουζίνας κι αυτό επικύρωσε την εγκατάσταση τόσο οριστικά, όσο το βασιλικό σήμα που υψώνεται σ’ ένα παλάτι όταν ο ηγεμόνας το κατοικεί.

Η ηλικιωμένη κυρία κι ο συνοδός της είχαν φέρει κι αυτοί πράγματα με τ’ αυτοκίνητό τους. Τούτη τη8 φορά το ’βλεπες πως δεν ήταν νέα αποκτήματα, ούτε δώρα του γάμου. Ήταν μεταχειρισμένα προσωπικά είδη, τα απαραίτητα πράγματα που μαζεύουν και φυλάνε οι άνθρωποι, όποιοι και να ’ναι, σ’ όποια φάση της ζωής τους κι αν βρίσκονται. Βγήκαν έξω χαρτιά, βιβλία, βαλίτσες, κοστούμια, πάνω σε κρεμάστρες, μια μεγάλη γιαπωνέζικη κούκλα, ένα φορητό ραδιόφωνο. Να λοιπόν ένας καινούργιος, στενότερος κύκλος: τα δυο κορίτσι ήταν φιλενάδες της· αυτοί εδώ ήταν συγγενείς, ίσως η μητέρα της· γι’ αυτό τα πράγματα που έφερναν ήταν πιο προσωπικά. Σε λίγο θα φτάναμε στο κέντρο του κύκλου. Σε λίγο θα βρισκόταν κι η ίδια εδώ. Τότε τα αντικείμενα θα έχαναν κάπως τη σπουδαιότητά του;ς, γιατί η παρουσία της θα τα εξηγούσε όλα, χωρίς να υπάρχει ανάγκη από διερμηνέα.

Όλο το σπίτι ήταν τώρα άνω κάτω. Τα παράθυρα ήταν ανοιχτά· ακόμα κι η ξώπορτα είχε μείνει ορθάνοιχτη, μ’ όλο που δεν υπήρχαν πια στ’ αυτοκίνητο άλλα πράγματα για κουβάλημα. Κανείς δεν τολμούσε να την κλείσει, λες και τίποτα δεν μπορούσε να συμπληρωθεί, να σφραγιστεί, πριν έρθει εκείνη. Στο πάνω πάτωμα μια παραδουλεύτρα εργαζόταν, ξεσκόνιζε, έφτιαχνε το κρεβάτι. Μ’ όλο που ήταν ανώνυμη, συμπτωματική, μ’ όλο που ίσως ποτέ μου δε θα την ξανάβλεπα, πόσο πιο συγκεκριμένη ήταν από τους ίσκιους των εργατών που είχαν παρουσιαστεί πρώτοι· πόσο είχαμε κιόλας προχωρήσει. Ήταν μια καθαρή, στρουμπουλή, καλοπεραζούμενη παραδουλεύτρα· ίσως καμιά παλιά υπηρέτρια, καμιά μαγείρισσα που είχε πάψει να δουλεύει; η προσωπική υπηρέτρια της μητέρας της; ή και καμιά νταντά, αφοσιωμένη στην οικογένεια από τότε που ήταν εκείνη μικρή; Ήξερε με ακρίβεια πώς ήθελε το κρεβάτι της η νύφη, πού ήθελε να είναι το βιβλίο της για το βράδυ, αν θα χρειαζόταν τασάκι. Σίγουρα αυτή η γυναίκα ήξερε πολλά. Και μπορώ να πω ότι την παρακολουθούσα με πιο πολλή προσοχή παρά την ίδια τη μητέρα. Οι μητέρες είναι συχνά αφηρημένες, όχι τόσο καλοί πληροφοριοδότες.

Τα δυο κορίτσια ήρθαν πάλι, με μια τρίτη φιλενάδα τούτη τη φορά. Δεν ξέρω πώς τα καταφέρνουν όλες, μα όλες τους, και είναι τόσο όμορφες, τόσο κομψές. Σου δίνουν μια πρόγεψη για το πώς θα είναι εκείνη, ένα πρόχειρο σκίτσο, χρήσιμες σημειώσεις που προετοιμάζουν τον τελικό ορισμό. Όλα είναι τώρα έτοιμα για να παρουσιαστεί εκείνη.

Κι όμως δεν ήμουνα εδώ όταν επιτέλους ήρθε. Είχα να πάω και να μαζέψω τα πλυμένα ρούχα από το σκοινί, εκεί κατά τα θερμοκήπια· είχα κιόλας αργήσει, όπου να ’ναι θα νύχτωνε. Έκανα κάμποση ώρα· τα καταφέρνω στις δουλειές του σπιτιού, είμαι άξια, αλλά αργώ· κι η ηλικία μου φταίει κι αυτή, φυσικά.

Όταν γύρισα από το θερμοκήπιο, η σκηνογραφία είχε αλλάξει. Το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο και το μπλε αυτοκίνητο των κοριτσιών είχαν φύγει· στη θέση τους ήταν ένα πράσινο αμερικάνικο αυτοκίνητο και μια μαύρη Φολκς-βάγκεν. Η ξώπορτα ήταν κλειστή. Το σκυλί δεν φαινόταν πουθενά. Είχε φώτα στα παράθυρα, αλλά οι κουρτίνες ήταν κλεισμένες. Εμπριμέ κουρτίνες μ’ ένα λουλουδάτο σχέδιο, ώστε να μη φαίνονται πίσω τους ούτε οι σκιές. Τις είχα ξεχάσει τις κουρτίνες. Όταν έφυγαν, εδώ και κάμποσον καιρό, οι προηγούμενοι ενοικιαστές δεν είχανε νοιαστεί να τις κλείσουν (θα έφυγαν μέρα) και το σπίτι είχε μείνει έτσι σ’ όλο το διάστημα της μακριάς χειμερινής του νάρκης. Τα είχα τόσο πολύ συνηθίσει αυτά τα γυμνά παράθυρα που έχασκαν, ώστε είχα ξεχάσει πως υπήρχαν κουρτίνες.

Αργότερα τους ήρθαν επισκέψεις. Έφτασαν κι άλλα αυτοκίνητα, ακούστηκαν γέλια και φωνές, και μια ή δυο φορές πήρε το μάτι μου μια σκοτεινή σιλουέτα στο πλαίσιο της φωτισμένης εξώπορτας. Αλλά αυτό ήταν όλο.

ΣΗΜΕΡΑ είναι καινούργια μέρα. Το πανηγύρι τελείωσε, οι επισκέπτες φύγανε, τα είδη φροντιστηρίου μπήκαν στη θέση τους. Μπορούμε να πιάσουμε δουλειά. Μπορούμε να γυρίσουμε στη φυσιολογική, στην καθημερινή μας ζωή και να βρούμε τον αυστηρό ρυθμό, το μονότονο ρυθμό των δυο χορευτών που υφαίνουν το σχέδιο μιας συνηθισμένης αλλά ισορροπημένης ζωής. Ο καιρός είναι γκρίζος. Τα δυο σπίτια, το δικό της και το δικό μου, είναι γεμάτα γκρίζο χρώμα κι ησυχία. Πηγαινοερχόμαστε αθόρυβα, η καθεμιά στο σπίτι της, σκεφτόμαστε μικροπράγματα, δουλεύουμε. Είναι θαυμάσιο. Αλλά δεν την έχω δει ακόμα. Ίσως βρίσκεται στο μπάνιο, πίσω. Οι κουρτίνες είναι ανοιγμένες. Απάνω είδα το μεγάλο διπλό κρεβάτι, τσαλακωμένο, άφτιαχτο, αδειανό. Τα βιβλία μετατοπίστηκαν λίγο, κι έχει τώρα ένα μεγάλο μπουκάλι κολόνια στο πρεβάζι του παραθυριού.

Και ξαφνικά, μες από τη γκρίζα ατμόσφαιρα που γεμίζει το σπίτι της, μες από το σκοτάδι που έχει μαζευτεί στο σαλόνι της, αναδύεται εκείνη· και στήνει τον εαυτό της σαν πορτραίτο, μες στην κορνίζα, στο παράθυρο του σαλονιού. Τηλεφωνάει και καθώς ακούει, μιλάει, ακούει, κοιτάζει ίσια μπροστά της από το παράθυρο. Είναι πολύ όμορφη· τα μαλλιά της είναι κοντά, ανοιχτά καστανά, φουσκωμένα, ίσια που σκεπάζουν τ’ αυτιά της, σα γούνινο καπέλο· το πρόσωπό της δεν έχει τίποτα το καταπληκτικό, μόνο που δεν του βρίσκεις τον παραμικρό λεκέ ή ψεγάδι· είναι τέλειο. Φοράει ένα μακρύ κολλιέ από σκαλισμένες μετάλλινες χάντρες.

Δε με νοιάζει που είναι όμορφη. Δε με νοιάζει καν που είναι πλούσια. Αν και μου μπήκε στο νου μια απορία που δε θα μ’ αφήσει να ησυχάσω: τι κάνει αυτή εδώ πέρα; γιατί διάλεξε αυτό το μέρος για να ’ρθει να μείνει; Δεν είναι καμιά εξαιρετικά αριστοκρατική γειτονιά· όχι βέβαια εργατική αλλά ούτε κι από τις καλύτερες. Ίσως να πρόκειται για προσωρινή λύση. Έλλειψη σπιτιών και τα ρέστα. Αλλά στο βάθος δε με νοιάζει. Ορισμένως η ομορφιά της και τα λεφτά της κάνουν τα πράγματα πιο δύσκολα, κι είναι πιο οδυνηρό για μένα να την παρακολουθώ, να βρω ένα παραλληλισμό. Θα προτιμούσα μια γυναίκα σαν κι εμένα, ηλικιωμένη, μάλλον φτωχιά. Τότε η ιδανική μορφή αυτής της ιδιάζουσας κατάστασης που λέγεται “γειτονιά” θα ολοκληρωνόταν αυτόματα. Ζωή πλάι-πλάι, χωρίς επαφή, οικειότητα κι ανωνυμία. Ενώ τώρα πρέπει να τεντώνω τις δυνάμεις μου προς αυτήν, είμαι κάπως σαστισμένη, κάπως αναστατωμένη, κι υπάρχουν στιγμές που η περιέργειά μου μού φαίνεται δυσανάλογη. Η ανισότητα θα μπορούσε να δημιουργήσει κάθε λογής περίπλοκες καταστάσεις… Αλλά στο βάθος δεν έχω κανέναν τρόπο για να το μάθω. Ποτέ πριν δεν είχα γειτόνους.

Ξαφνικά καταλαβαίνω ότι δεν κοιτάζει πια ίσια μπροστά της. Τα μάτια της είναι καρφωμένα απάνω μου. Σουφρώνει κάπως τα φρύδια, κοιτάζει αλλού, κι ύστερα από λίγο αφήνει στη θέση του το ακουστικό κι εξαφανίζεται. Ταράζομαι. Δεν το είχα βάλει στο νου μου ότι μ’ έβλεπε κι εκείνη. Στεκόμουνα εκεί δα και την κοίταζα, μ’ ένα φρεσκοπλυμένο πιάτο και μια πετσέτα της κουζίνας στα χέρια. Ίσως να μην είδε το πιάτο και την πετσέτα. Μόλις που βλέπουμε το απάνω μέρος του κορμιού η μια της άλλης. Είμαστε κομμένες στα δυο, μπούστοι που αιωρούνται με κινήσεις χωρίς νόημα. Εδώ και λίγα λεπτά, ενώ μιλούσα στο παιδί – που μόλις μου φτάνει ώς το γοφό – θα της φάνηκα παράξενη. Θα νόμισε ότι μιλάω μονάχη μου. Κάποια ώρα της ημέρας θα πρέπει να πάρω το παιδί στα χέρια, σα να ’θελα να το αγκαλιάσω, ώστε να το δει κι εκείνη και να μη νομίζει πως είμαι παράξενη.

Από κείνη τη στιγμή άλλαξε η στάση μου. Έγινα επιφυλακτική. Κοίταζα το σπίτι με την άκρη του ματιού, συνήθως την ώρα που έκανα κάτι, που πήγαινα από τη μια κάμαρα στην άλλη. Αναγκάστηκα και πάλι να στραφώ στα αντικείμενα, όταν ήταν εκείνη έξω από την κάμαρα, στρεφόμουνα γρήγορα στα αντικείμενα, γρήγορα και λαίμαργα, αφού δεν μπορούσα να κοιτάζω απευθείας την ιδιοκτήτριά τους. Αλλά κι αυτό ακόμα είχε τους κινδύνους του. Εκείνη μπήκε στην κουζίνα τη στιγμή ακριβώς που προσπαθούσα ν’ ανακαλύψω τι απορρυπαντικό χρησιμοποιούσε. Δε βλέπω και τόσο καλά, κι έπρεπε να ξεχωρίσω το απορρυπαντικό από διάφορα άλλα κουτιά που είχε στήσει πάνω από το νεροχύτη. Όταν μπήκε μέσα, γύρισα βιαστικά το κεφάλι αλλού και προσποιήθηκε ότι κάτι κάνω στο τραπέζι, δίπλα στο παράθυρο. Στην πραγματικότητα, ίσα που πηγαινοέφερνα τα χέρια μου πάνω στο τραπέζι, χωρίς να κάνω τίποτα· ήξερα πως τα χέρια μου δεν τα ’βλεπε. Έτσι ο ακρωτηριασμός των σωμάτων μας μάς έβγαινε σε καλό. Αλλά δεν εννοούσα ν’ αφήσω το απορρυπαντικό στην ησυχία του. Έπρεπε να το δω. Έπρεπε να μάθω. Η παρόρμηση αυτή ήταν τρομαχτική. Τούτη την ώρα ένιωσα πως ποτέ μου δεν είχα επιθυμήσει κάτι τόσο πολύ. Αλλά εκείνη στεκόταν ακόμα εκεί δα και δεν μπορούσα να πηγαινοφέρνω συνέχεια τα χέρια μου στο τραπέζι αρκετά πειστικά. Δοκίμασα λοιπόν κάτι άλλο. Κοίταξα κατευθείαν τα κουτιά πάνω από το νεροχύτη, ακίνητη, με ζαρωμένα φρύδια, δαγκώνοντας το δάχτυλό μου, σαν άνθρωπος βυθισμένος σε σκέψεις. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ίσως ήταν μια στοιχειώδης μορφή θεατρικού τρακ. Γιατί αυτή τη στιγμή ανακάλυπτα πως μπορούσα να παίξω θέατρο. Και τούτη η ανακάλυψη δε μ’ άφηνε ν’ ασχοληθώ περισσότερο με την άλλη, την πιο σημαντική, που θα έγινε την ίδια ώρα – την ανακάλυψη ότι ήταν ανάγκη να παίξω θέατρο.

Δε χρησιμοποιούσε το ίδιο απορρυπαντικό μ’ εμένα. Αλλά μεταχειριζόταν το ίδιο σαπούνι κουζίνας, πράσινο, τετράγωνο “εξ αγνού ελαιολάδου”, έλεγε στο πακέτο. Αυτό με ξάφνιασε. Τώρα πια περίμενα πως όλα, μα όλα θα ήσαν διαφορετικά αναμεταξύ μας.

ΑΥΤΟ το κρυφτούλι κράτησε όλη μέρα. Όταν ανέβηκα απάνω κι έφτιαχνα τα κρεβάτια, αυτή ήταν κάτω και περνούσε την ηλεκτρική σκούπα στο σαλόνι της· και τότε άλλαξαν τα πράγματα κι έβλεπα μόνο το κάτω μέρος του κορμιού της. Τη χοντρή, τουήντ φούστα της, πολύ στενή, τα ωραία σφυρά της, τα λεπτά της πόδια με τα ψηλά τακούνια που πατούσαν με περίσκεψη το σύρμα της ηλεκτρικής σκούπας. Χειριζόταν τη μηχανή σαν να ’ταν ένα ζώο κάπως αηδιαστικό. Την κοίταζα κάμποση ώρα. Αλλά δεν ήμουν ευχαριστημένη, όχι, δεν ήμουν ευχαριστημένη.

Ύστερα πήγα κάτω, κι αυτή ανέβηκε απάνω· δεν την έβλεπα πια, αλλά ήξερα ότι εκείνη θα έβλεπε ένα μέρος από μένα. Και ξαφνικά ένιωσα μίσος για τις μεγάλες, χνουδωτές ξεχειλωμένες μου παντόφλες· κόντεψα να τις βγάλω γιατί ήξερα πως κάποιος τις πρόσεχε. Έπειτα αρχίσαμε να μετατοπιζόμαστε από τ’ αριστερά στα δεξιά, από τα δεξιά στ’ αριστερά, ανάμεσα κουζίνα και σαλόνι, αλλά ποτέ δεν αντικρύζαμε η μια την άλλη, μόνο γυρίζαμε τα πρόσωπά μας δείχνοντας άχρωμες, πεισματωμένες κατατομές. Ήταν σίγουρα ένα προκαθορισμένο σχέδιο, μια χορογραφία μπαλέτου, σχεδόν μαθηματική στην ακρίβειά της. Αλλά έμοιαζε σαν εφιάλτης· από κείνους όπου περπατάει κανείς χωρίς να κουνιέται.

Όταν βράδιασε, ήμουν εξαντλημένη. Εξαντλημένη από τόσους ελιγμούς, εξαντλημένη που παρακολουθούσα και με παρακολουθούσαν· που άλλαζα το νόημα κάθε μου πράξης, άλλαζα κατεύθυνση σ’ όλες μου τις αυθόρμητες κινήσεις ώσπου τώρα κείτονταν γύρω μου σαν μισολιωμένα κεριά που έχασαν το σχήμα τους.

Τα φώτα άναψαν, έκλεισαν οι κουρτίνες. Μετά το φαγητό, όταν σήκωσα τα μάτια από το τραπέζι π- σχεδόν αυτόματα τούτη τη φορά – το σπίτι ήταν θεοσκότεινο. Είτε θα είχαν βγει έξω ή θα έπεσαν να κοιμηθούν νωρίς. Ποιο από τα δυο τάχα; Και πού άραγε; Πού πάνε τα βράδια;

ΞΥΠΝΗΣΑ την άλλη μέρα δίχως αναμνήσεις: καθώς κοίταζα το σπίτι, ένιωσα ευτυχία που το είδα κατοικημένο, τίποτ’ άλλο. Μια συνηθισμένη περαστική ευτυχία, όπως όταν ξυπνάς και βλέπεις ότι βγήκε ο ήλιος και οι άνθρωποι περπατούν βιαστικοί στους δρόμους· και πως δεν είσαι ο πρώτος, δεν είσαι ο μόνος που είσαι ξύπνιος· κάτι τέτοιο.

Ήμουνα πιο ήρεμη. Δεν παρακολουθούσα τόσο εξαντλητικά. Ένα γοργό βλέμμα με πληροφόρησε ότι εκείνη έστρωνε το κρεβάτι της την ίδια ώρα που έστρωνα κι εγώ το δικό μου, κι αυτό ήταν αρκετό. Ώς τη στιγμή που μπήκε το παιδί στην κάμαρά μου. Έπαιξα λίγο μαζί του και τότε κατάλαβα πως το οδηγούσα σιγά-σιγά κατά το παράθυρο που ήταν απέναντι στο σπίτι της και σκεφτόμουνα: άραγε της αρέσουν τα παιδιά; Κι έπειτα κατάλαβα πως χρησιμοποιούσα το παιδί για μεσάζοντα. Μερικοί χρησιμοποιούν σκυλιά γι’ αυτό το σκοπό…

Προσπάθησα να το ξεχάσω κι αυτό. Εξακολούθησα τη δουλειά μου πιο ζωηρή απ’ ό,τι συνήθως. Προσηλωμένη κι αφηρημένη μαζί. Το μυαλό μου ξεχείλιζε. Είχα διπλή αποστολή: να προσπαθήσω να φανταστώ πώς ήταν εκείνη στην πραγματικότητα και να προσπαθήσω να φανταστώ πώς νόμιζε ότι είμαι εγώ. Πώς με είχε περιγράψει στις φιλενάδες της; Πώς με ανάφερε στον άνδρα της; “Η διπλανή κυρία”. “Η διπλανή”. “Εκείνη η φρικτή γυναίκα του διπλανού σπιτιού”. Πώς άραγε; Πώς; Δεν ήξερα καν τον ήχο της φωνής της. Ήξερα κάθε λεπτομέρεια του προσώπου της, αλλά δεν ήξερα σαν τι έμοιαζε η φωνή της. Τότε πρόσεξα πόση σιωπή υπήρχε ανάμεσά μας. Όταν μιλούσε εκείνη στο τηλέφωνο, ή στον άνθρωπο που έφερνε τα ψώνια, όταν μιλούσα εγώ στο παιδί, βλέπαμε μονάχα τα χείλη μας που σάλευαν χωρίς ήχο· και ήρθε πάλι το εφιαλτικό μπαλέτο των ίσκιων στο νου μου.

Και μ’ όλα αυτά δε με άφηνε η αισιοδοξία. Χωρίς να το ξέρω, είχα αρχίσει να κάνω συμβιβασμούς· είχα κιόλας παραδεχτεί τους κανόνες του παιχνιδιού, τους περιορισμούς, την αδυσώπητη ανάγκη της ηθοποιίας. Κι όμως, ίσως υπήρχε ακόμα κάποια πραγματικότητα πίσω από τις μάσκες· το μόνο που είχε σημασία ήταν ότι εκείνη βρισκόταν εκεί κοντά μου.

Αλλά όταν κατέβηκα, με περίμενε ένας κλονισμός. Στην αρχή δεν πίστευα στα μάτια μου… Ένα μικρό, άσπρο, ελαφρό κουρτινάκι κρεμόταν στο παράθυρο της κουζίνας. Το παράθυρο της κουζίνας, το πιο κοντινό μου, γιατί πρόβαλλε προς τα έξω και το μόνο που δε σκεπαζόταν τη νύχτα με το λουλουδάτο ύφασμα των άλλων παραθυριών. Το παράθυρο της κουζίνας, το πιο πολύτιμο απ’ όλα, γιατί η κουζίνα είναι το αληθινό ιερό, πιο προσωπικό κι από το μπάνιο.

Ο πλαστός αυτοέλεγχος που με κρατούσε στη θέση μου έσπασε αμέσως. Κοίταζα την κουρτίνα, το απαγορευμένο παράθυρο. Κι ένας παράφορος θυμός με κυρίεψε. Ήθελα να σπάσω το παράθυρο, να κάνω την κουρτίνα κουρέλι. Ήθελα να χυμήξω μες στο σπίτι, να τ’ ανοίξω με τη βία σα στρείδι, να το ’χω μπροστά μου γυμνό, να την κολλήσω κι εκείνη σ’ ένα γυμνό τοίχο και να την κοιτάξω επιτέλους καταπρόσωπο, για πολλή ώρα με την ησυχία μου, ώσπου να χαθεί τούτος ο φοβερός θυμός και να μείνει μόνο, σκέτο, το γεγονός της ύπαρξής μας, χωρίς αυτές τις τρομακτικές περιπλοκές.

Αλλά η κουρτίνα ήταν πάντα στη θέση της κι ο θυμός ήταν πάντα μέσα μου, σπάραζε και συστρεφόταν μέσα μου. Γιατί το είχε κάνει αυτό; Τι φοβόταν; Δεν ήμουνα παρείσακτη. Δεν της είχα ζητήσει τίποτα. Δεν ήθελα ν’ ανοίξω κουβέντες. Δεν ήθελα καν φιλίες μαζί της. Δεν ήθελα καμιά απ’ αυτές τις περιπλοκές που ονομάζονται “σχέσεις”. Γιατί είχε κάνει τέτοιες εικασίες, γιατί είχε αποτραβηχτεί κι έβγαλε στη μέση όλους αυτούς τους διαβόλους; Τώρα ήταν ανάμεσά μας ο θυμός και το μίσος, κι η σταχτερή σιωπηλή μέρα κι ο σταχτερός πλατύς χώρος δεν έφταναν πια και για τις δυο μαζί. Γιατί το είχε κάνει αυτό; Εγώ δεν είχα προσπαθήσει να της κρυφτώ. Δεν μ’ ένοιαζε αν μ’ έβλεπε να δουλεύω, να κλαίω, να τρώω, να πλένω. Μ’ ευχαρίστηση θ’ άνοιγα όλα τα παράθυρα, όλες τις πόρτες, για να την αφήσω να βλέπει. Θα την έβαζα μέσα όπως έβαζα μέσα το φως της ημέρας. Θα στεκόμουν αντίκρυ της, όπως δυο ψηλά, απαθή τηλεγραφόξυλα στέκουν το ένα αντίκρυ στο άλλο. Θα μπορούσαμε να μείνουμε ανώνυμες και απάνθρωπες, ή ίσως με το παραπάνω ανθρώπινες: ήρεμες, σοβαρές και γεμάτες ενδιαφέρον η μια για την άλλη. Κι όταν κοιταζόμαστε, θα ήτανε σημάδι σεβασμού. Κι όμως: “Εκείνη η φρικτή γυναίκα του διπλανού σπιτιού”, να τις είχε πει. Κοιταξού! Κουτσομπόλα! Κοίταξα τον εαυτό μου κι έλεγα ξανά: Κοιταξού! Κουτσομπόλα! Μου είχε δώσει λοιπόν ένα πρόσωπο κι ένα όνομα – αυτό. Ίσως αυτήν ακριβώς τη στιγμή να στεκόταν πίσω από την άσπρη κουρτίνα της κουζίνας και να με κοίταζε, έτσι που έτρεμα μπρος στο δικό μου παράθυρο, γριά, κακομοιριασμένη, γελοία. Να με, βλέπω καθαρά την εικόνα. Αλλά αυτήν δεν τη βλέπω πια. Βρίσκεται πίσω από την κουρτίνα της και θα χαίρεται αυτό που το ονομάζει ιδιωτική της ζωή. Μόνο τον εαυτό μου βλέπω και θέλω να κρυφτώ, κι αυτό λέγεται επίσης ιδιωτική ζωή.

ΕΚΕΙΝΟ το βράδυ, με την άκρη του ματιού (είχα το νου μου τώρα να μην κοιτάζω κατευθείαν, από τα παράθυρα) πρόσεξα πως τα φώτα του σπιτιού της έσβησαν όλα την ίδια στιγμή. Συνήθως, όταν είναι να βγει έξω, οι κάμαρες σκοτεινιάζουν μια-μια· μπορώ να παρακολουθήσω τις ετοιμασίες της: πρώτα σβήνει το φως του μπάνιου, ύστερα το φως της κρεβατοκάμαρας, ύστερα οι πολυάριθμες λάμπες του σαλονιού και τελευταίο απ’ όλα το φως του χωλ. Τούτη τη φορά, ήταν μια ξαφνική, σύγχρονη συσκότιση. Κι αυτή δεν παρουσιάστηκε στην ξώπορτα με το γούνινο παλτό της. Το σκυλί έκλαψε μια στιγμή. Έπειτα φάνηκαν στο σαλόνι μικρές ακανόνιστες φλόγες που έσβησαν γρήγορα. Σπίρτα, φυσικά. Θα της κάηκε η γενική ασφάλεια. Θα ’λεγε κανείς πως ήταν από κείνες που κάνουν αριστοκρατικά δείπνα με κεριά και θα είχε ένα πλήθος μισοκαμένα κεριά γύρω. Όχι όμως. Μονάχα σπίρτα. Και σε λίγο, της σώθηκαν κι αυτά.

Τέλος βγήκε έξω. Όχι με το γούνινο παλτό της, αλλά με την άσπρη καπιτονέ ρόμπα της. Ήρθε ώς την πόρτα μου. Χτύπησε.

Στάθηκα απολιθωμένη στο διάδρομο κι η καρδιά μου κλωτσούσε. Την άφησα να χτυπάει. Ύστερ’ από λίγα δευτερόλεπτα, κατάφερα να κουνηθώ. Έσβησα όλα τα φώτα σπιτιού, γρήγορα-γρήγορα. Το χτύπημα σταμάτησε, σαν ξαφνιασμένο. Έπειτα άρχισε πάλι, πιο επίμονο.

Μετατοπιζόμουν αθόρυβα. Γρήγορα συνήθισα στο σκοτάδι. Συνέχισα τη δουλειά μου σαν κλέφτρα. Το παιδί δεν καταλάβαινε κι έκλαψε λιγάκι. Το μέρωσα όσο πιο καλά μπορούσα.

Ήτανε μια παρηγοριά το σκοτάδι. Ηρέμησα, τώρα μπορούσα να περιμένω, μπορούσα να την ακούω με ψυχραιμία να χτυπάει.

Φαίνεται πως στο τέλος το πήρε απόφαση. Ένα τελευταίο δισταχτικό χτύπημα, κι έπειτα την άκουσα να φεύγει, πατώντας στο χαλίκι, για το σκοτεινό της σπίτι.

Δεν ξέρω τι έκανε ύστερα· ίσως έπεσε να κοιμηθεί. Θα σκέφτηκε πιστεύω, πως κι εγώ είχα πέσει να κοιμηθώ. Καμιά από μας δεν ήξερε. Δεν υπάρχει τρόπος να μάθουμε· ούτε και ανάγκη. Τούτο το σκοτάδι, στο τέλος της ηλίθιας μέρας: εκείνη κι εγώ, μες στα σκοτεινά μας σπίτια, άμορφες, απρόσωπες, απαράλλαχτες.

Μετάφραση: ΛΙΝΑ ΚΑΣΔΑΓΛΗ

  • Πηγή: ΕΠΟΧΕΣ. Μηνιαία έκδοση πνευματικού προβληματισμού και γενικής παιδείας. Διευθυντής: Άγγελος Τερζάκης. Τεύχος 35, Μάρτιος 1966

Η Καίη Τσιτσέλη γεννήθηκε στη Μασσαλία, με καταγωγή από τη μεριά της μητέρας της από τη Χίο και από του πατέρα της από την Κεφαλονιά. Στην Ελλάδα ήρθε για πρώτη φορά σε ηλικία δέκα χρόνων. Τότε πρωτόμαθε και ελληνικά. Αποφοίτησε από το Αμερικανικό Κολλέγιο του Ελληνικού. Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής έζησε στην Κεφαλονιά, τόπο καταγωγής του πατέρα της. Ταξίδεψε στην Αγγλία, την Ιταλία, το Πακιστάν, το Ιράκ, το Λίβανο και τη Νιγηρία, ενώ το 1964 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Παντρεύτηκε το 1957. Εργάστηκε στην ελληνική ραδιοφωνία και ασχολήθηκε με τη λογοτεχνική μετάφραση από τα αγγλικά και τα ελληνικά. Συνεργάστηκε με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά και κατά τη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας συνεργάστηκε στον τόμο “18 Κείμενα”. Πέθανε στην Αθήνα τον Ιούνιο του 2001.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.