Η γενιά του ’70 και η έμφυλη βία

  • ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΑΡΙΖΩΝΗ*

Θα σας πω λίγα λόγια για την έμφυλη βία, ή μάλλον για κάποια ειδική μορφή της, όπως τη βίωσε η δική μου γενιά, η γενιά της δεκαετίας του ’70.

Και δεν πρόκειται για τη γνωστή σωματική βία, αλλά για κάποια άλλη, εξίσου οδυνηρή και απεχθής, για την οποία δεν μας έχουν μιλήσει καθόλου. Για την κρυφή και αθέατη πλευρά της μέσα στις ερωτικές σχέσεις. Μπορεί κάποιες γυναίκες να μη βίωσαν τις σχέσεις με το άλλο φύλο τραυματικά -ο έρωτας είναι τραυματικός εξ ορισμού- ωστόσο υπήρξαν πολλές γυναίκες σ’ αυτή τη γενιά που κακοποιήθηκαν αφανώς και δεν αναφέρθηκαν ποτέ, ούτε θα αναφερθούν στα περιστατικά κακοποίησης από τους κοινωνιολόγους και είχαν κάποια κοινά χαρακτηριστικά. Ποια ήταν αυτά;

Η γενιά μου βρέθηκε στο μεταίχμιο μιας εποχής που έβγαινε από τα πιο καθυστερημένα και συντηρητικά οικογενειακά πρότυπα για να διασταυρωθεί με τα σύγχρονα τότε, ιδεολογικά και πολιτικά ρεύματα. Θα έλεγα πως βρέθηκε απροετοίμαστη, η ανατροπή ήρθε βίαια, όλα αμφισβητήθηκαν και αποδομήθηκαν σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα, έτσι που τα νέα δεδομένα ήταν δύσκολο να εδραιωθούν στην συλλογική συνείδηση και να περάσουν ομαλά στην κοινωνική συμπεριφορά. Μακραίωνα ήθη αμφισβητήθηκαν εν μια νυκτί, αρχής γενομένης από τη σεξουαλική απελευθέρωση που εισέβαλε ως ιδεολογία από την Εσπερία, αρχικά με τους χίπις, στη συνέχεια με την αμφισβήτηση και τα επαναστατικά κινήματα που σάρωναν τότε την φοβική και ερμητική ελληνική οικογένεια και μάλιστα εν μέσω χούντας.

Από τις κλειστές αγροτικές κοινωνίες μέχρι την μικροαστική καθημερινότητα στις πόλεις, βρεθήκαμε σε πρωτόγνωρα τοπία και μπροστά σε ηθικά διλήμματα για τα οποία δεν είχαμε έτοιμες απαντήσεις. Γυναίκες μεγαλωμένες σε συντηρητικές -όχι πάντα με τον πολιτική έννοια -οικογένειες με το πρότυπο του γάμου και της αποκατάστασης μέσω του συζύγου, κλήθηκαν να αποκτήσουν ξαφνικά αυτοτέλεια, ανεξαρτησία, αλλά και να αντιμετωπίσουν το άλλο φύλο ισότιμα και χωρίς προκαταλήψεις και αναστολές και μάλιστα στην ερωτική τους συμπεριφορά.

Κι εκεί δημιουργήθηκε το τραύμα, γιατί οι μεν αρσενικοί είχαν γαλουχηθεί από τις οικογένειές τους με την παλιά νοοτροπία του κυρίαρχου αρσενικού και της πειθήνιας, υποτακτικής και παθητικής γυναίκας, οι δε γυναίκες κλήθηκαν σύμφωνα με τις γενικότερες τάσεις του εκσυγχρονισμού να προσαρμοστούν στα νέα κοινωνικά δεδομένα που τις ήθελαν εξίσου ισχυρές με τους άντρες, απελευθερωμένες, γι’ αυτό και έτοιμες απέναντι στις όποιες κοινωνικές και ψυχικές αναταράξεις που συνόδευαν αυτή την απελευθέρωση.

Φυσικά και έπρεπε να συμβεί αυτό και καλώς συνέβη μόνο που χτύπησε βίαια το γυναικείο φύλο και κυρίως αυτό, καθώς έπρεπε να προσαρμοστεί σε μια σχιζοφρενική κατάσταση, δηλαδή να δημιουργήσει μια ζωή ακολουθώντας τα παραδοσιακά-οικογενειακά πρότυπα και βήματα κι αυτό απαιτούσε μια «ηθική» ερωτική συμπεριφορά, απαίτηση που επιβαλλόταν απ΄ το κοινωνικό της περιβάλλον και από τους ίδιους τους άντρες και από την άλλη να περάσει από το κρεβάτι του Προκρούστη για να μπορέσει να προσαρμοστεί στα καινούργια ήθη που επικρατούσαν έξω και να συναντήσει το αρσενικό.

Είδα πολλές γυναίκες της γενιάς μου να τσακίζονται ψυχολογικά απ’ αυτή την διαδικασία, αλλά κανέναν άντρα που να ταλαιπωρήθηκε. Θεωρώ πως ήταν κι αυτή μια μορφή έμφυλης βίας και απερίγραπτης σκληρότητας που ναι μεν δεν εκδηλωνόταν με τη μορφή κάποιας ανοιχτής σύγκρουσης με το άλλο φύλο, ή σωματικής κακοποίησης, αλλά ήταν μια υπόγεια και ύπουλη κακοποίηση των γυναικών που την επέβαλε μια κοινωνία καθυστερημένη, ανδροκρατούμενη και διαστροφική που ήθελε να κρατήσει σε δεύτερη μοίρα και κυρίως να θυματοποιήσει τη γυναίκα και μάλιστα μέσα από τα καινούργια δεδομένα. Φυσικά όλα αυτά που λέω είχαν να κάνουν και με τον χαρακτήρα του ανθρώπου και την συμπεριφορά του μέσα στην ερωτική σχέση.

Αλλά ήταν μια περίοδος, που δήλωνε υποκριτικά βέβαια, πως δεν υπήρχε τίποτα κακό στο θέμα της διατήρησης παράλληλων σχέσεων, της ανοχής στην πολυγαμία-πόσο οπισθοδρομικό και ανατολίτικο στα αλήθεια- και άλλων ανεκδιήγητων δεινών που όλα δικαιολογούνταν και ήταν αποδεκτά (χωρίς στην ουσία να είναι), πολλά απ’ αυτά μάλιστα έφεραν και πολιτική-ιδεολογική σφραγίδα. Η κοινωνική υποκρισία και ανοησία λοιπόν, ήταν το τίμημα που πλήρωσαν οι γυναίκες και όχι η κοινωνική απελευθέρωση. Δεν θέλω να προχωρήσω περισσότερο στα του γάμου, γιατί όπως είπε κι ένας καλός μου φίλος, η φύση με τον έρωτα κάνει τη δουλειά της και δεν νοιάζεται καθόλου για τη συνέχεια.

Γι’ αυτά ας ενδιαφερθούν οι κοινωνιολόγοι. Εγώ κουβαλώ ακόμα μέσα μου τις εικόνες των γυναικών που σύρθηκαν βίαια σ’ αυτές τις δυσάρεστες καταστάσεις, γνώρισαν την πιο βάναυση κακοποίηση και επαλήθευσαν το ρητό που λέει –homus homini lupus est-. Παρατηρώ όμως στις νεότερες γενιές ότι οι νοοτροπίες αυτές έχουν σχετικά αμβλυνθεί και ίσως εκλείψει. Η ισότητα έχει εν μέρει εδραιωθεί στις μεταξύ τους σχέσεις, -όχι βέβαια στην ελληνική κοινωνία- και υπάρχει μια μορφή σεβασμού στη συμπεριφορά των αρσενικών απέναντι στο γυναικείο φύλο, πράγμα που μας δίνει πολλές ελπίδες για το μέλλον.

_______________________

H Kατερίνα Kαριζώνη γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη, όπου φοίτησε στη Γερμανική Σχολή. Σπούδασε οικονομικά και είναι διδάκτορας των Οικονομικών Επιστημών του ΑΠΘ. Εργάστηκε επί δεκαπέντε χρόνια στην Εθνική Τράπεζα. Έχει εκδώσει μυθιστορήματα, διηγήματα, ποιητικά βιβλία, ιστορικά λευκώματα και βιβλία για παιδιά. Μυθιστορήματα: “Ο άγγελός μου ήταν έκπτωτος” (1997), “Βαλς στην ομίχλη” (2001), “Τσάι με τον Καβάφη” (2004), “Mεγάλο Aλγέρι” (2006) και “Ο χάρτης των ονείρων” (2011). Διηγήματα: “Ο Μονόφθαλμος και άλλες πειρατικές ιστορίες” (2009). Ποίηση: “Πρωτοβρόχια” (1969), “Διαστάσεις” (1972), “Πινόκιο” (1975), “Αναπάντεχο καλοκαίρι” (1978), “Τσάι και μυθολογία” (1985), “Πανσέληνος στην οδό Φράγκων” (1990), “Τα παγώνια της Μονής Βλατάδων” (1992), “Ο ράφτης Ραντοσλάβ από το 1470” (2001), “Το θηλυκό πρόσωπο της ποίησης στη Θεσσαλονίκη” (ανθολογία, 2006), “Ρεσάλτο” (2009). Ιστορικά λευκώματα (συμμετοχή): “Θεσσαλονίκη και Εθνική Τράπεζα” (1989) και “Πειρατεία στη Μάνη και στη Μεσόγειο” (2010). Βιβλία για παιδιά: “Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων” (1989), “Ο Σαίξπηρ σε 7+2 παραμύθια” (1990), “Η δίκη των παραμυθιών” (1992), “Το ταξίδι του αυτοκράτορα με το χαμένο πρόσωπο” (1993), “Παραμύθια από τις όπερες” (1997), “Το ταξίδι των παραμυθιών” (1998), “Μια φορά κι έναν καιρό σ’ ένα ξέφωτο του δάσους” (2005), “Ο μαγικός αυλός” (2005). Συνεργάζεται με διάφορα λογοτεχνικά περιοδικά δημοσιεύοντας κριτικά σημειώματα, δοκίμια και λογοτεχνικά κείμενα. Το 1991 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο του Κύκλου του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου για το βιβλίο της “Χίλιες και μία νύχτες των Βαλκανίων”. Το 2009 απέσπασε το βραβείο του περιοδικού “Αυλαία” για το σύνολο του έργου της. Κείμενα και ποιήματά της μεταφράστηκαν στις βαλκανικές γλώσσες, στα γερμανικά, τα αγγλικά και τα πολωνικά. Ποιήματά της μελοποιήθηκαν από τον Μιχάλη Γρηγορίου και ερμηνεύτηκαν από τη Σαββίνα Γιαννάτου. Είναι μέλος της Εταιρείας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.