Πνέει τα λοίσθια η πυρηνική οικογένεια στην Ελλάδα

Γιώργος Κοντογιάννης*

Η πορεία της διαζυγιότητας, της συχνότητας δηλαδή λύσης του γάμου, δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, θεσμικές και τεχνολογικές εξελίξεις που επήλθαν από τα μέσα του 20ου αιώνα και έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο

Προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970 αρχίζει μια ταχεία αύξηση του αριθμού των διαζυγίων στη χώρα μας η οποία συνεχίζεται μέχρι και σήμερα. Τα βασικά ερωτήματα που τίθενται είναι: ι) κατά πόσο έχει αυξηθεί η συχνότητα λύσης των γάμων και ιι) ποιοι παράγοντες έχουν αυξήσει την αστάθεια των έγγαμων συμβιώσεων με αποτέλεσμα και τη μερική υποχώρηση του κυρίαρχου μοντέλου οικογένειας στην Ελλάδα (της πυρηνικής δηλαδή οικογένειας που αποτελείται από δύο βιολογικούς γονείς και τα παιδιά τους και εδράζεται στην έγγαμη συμβίωση). Στο κείμενο που ακολουθεί επιχειρείται να δοθεί μια απάντηση στα ερωτήματα αυτά και σκιαγραφείται το τοπίο που έχει διαμορφωθεί στη χώρα μας (αλλά και στην Ευρώπη) όσον αφορά στη λύση των έγγαμων συμβιώσεων.

Η πορεία της διαζυγιότητας, της συχνότητας δηλαδή λύσης του γάμου, δεν είναι δυνατόν να εξετασθεί χωρίς να ληφθούν υπόψη οι οικονομικές, κοινωνικές, πολιτικές, πολιτισμικές, θεσμικές και τεχνολογικές εξελίξεις που επήλθαν από τα μέσα του 20ου αιώνα και έπειτα στον ευρωπαϊκό χώρο. Οι αλλαγές αυτές που εμφανίζονται πρωτίστως στη Βόρεια και Δυτική Ευρώπη και με κάποια καθυστέρηση στον ευρωπαϊκό νότο οδήγησαν, εκτός των άλλων, στη διάχυση της αποτελεσματικής αντισύλληψης (του χαπιού και του σπιράλ) που επέτρεψε το διαχωρισμό της σεξουαλικής ζωής από την τεκνοποίηση και συνέβαλε στο να αμβλυνθεί η κοινωνική πίεση που ασκούταν στα ζευγάρια για να νομιμοποιήσουν τη σχέση τους μέσω του γάμου. Άμεση συνέπεια των αλλαγών αυτών ήταν και η προοδευτική αλλαγή των παραδοσιακών ρόλων των φύλων, σύμφωνα με τους οποίους ο άνδρας αναλαμβάνει να εξασφαλίσει το εισόδημα του νοικοκυριού και η γυναίκα την ανατροφή των παιδιών και τις οικιακές εργασίες. Στην κατανομή αυτή των ρόλων ήταν θεμελιωμένο και το μοντέλο της πυρηνικής εδραζόμενης στον γάμο οικογένειας που δύσκολα διαλυόταν.

Τις τελευταίες όμως δεκαετίες η επιρροή της Εκκλησίας στις αποφάσεις των ατόμων αμβλύνεται, ο ατομικισμός και ο καταναλωτισμός διαχέονται ταχύτατα και οι γυναίκες μπορούν πλέον, χάρη στην οικονομική τους αυτονομία, να επωμιστούν τις συνέπειες του διαζυγίου. Η συνέχιση του συζυγικού δεσμού εξαρτάται πλέον όλο και περισσότερο από την ικανοποίηση των αναγκών, των φιλοδοξιών και των επιθυμιών των ατόμων και η Εκκλησία, το οικογενειακό και το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον και ο νομοθέτης αδυνατούν να αποτρέψουν τη διάλυσή του.

Έτσι, ισχυρές τάσεις ομοιογενοποίησης των στάσεων και αντιλήψεων αναδεικνύονται στον ευρωπαϊκό χώρο με αποτέλεσμα, ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, περισσότεροι από 4 στους 10 γάμους να λύνονται στη Σκανδιναβία και περισσότεροι από 3 στους 10 σε χώρες της δυτικής (Αγγλία, Ολλανδία, Βέλγιο, Γαλλία) και κεντρικής (Γερμανία, Αυστρία, Ελβετία) Ευρώπης, ενώ την τελευταία δεκαετία το 37-56% των γάμων λύνεται πλέον στις χώρες αυτές. Η αύξηση της έντασης του διαζυγίου καθυστερεί όμως στον ευρωπαϊκό νότο.

Ο νομοθέτης επιτρέπει τη λύση του γάμου μόλις το 1970 στην Ιταλία και το 1981 στην Ισπανία, ενώ στην Ελλάδα, στην Ιταλία και στην Ισπανία έως τις αρχές της δεκαετίας του 2000 λύνονται ετησίως λιγότεροι από 2 στους 10 τελούμενους γάμους. Η τάση φυσικά είναι ανοδική, με αποτέλεσμα, το 2015-2017, περίπου 5 στα 10 ζευγάρια να παίρνουν διαζύγιο στην Ισπανία και 3 στα 10 στην Ιταλία και στην Ελλάδα.

Στη χώρα μας, ειδικότερα, σε αντίθεση με τη γαμηλιότητα και τη γονιμότητα, η συχνότητα λύσης των γάμων συνδέεται άρρηκτα και με το θεσμικό πλαίσιο που ρυθμίζει το διαζύγιο. Πριν από το 1979 οι διατάξεις που αφορούν στο διαζύγιο είναι ιδιαίτερα αυστηρές και ο νομοθέτης προσπαθεί να «αποτρέψει» τη λύση του γάμου, καθώς μόλις στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ψηφίζεται o ν. 868/1979, ο οποίος διευκόλυνε (αποδεσμεύοντας από την υπαιτιότητα) τη λύση του γάμου για τα ζευγάρια που βρίσκονταν σε μακροχρόνια (υπερ-εξαετή διάσταση). Στη συνέχεια, ψηφίζεται ο ν. 1329/1983 που εισήγαγε το συναινετικό διαζύγιο, οι ν. 3719/2008 και 4055/2012 που μείωσαν την απαραίτητη διάρκεια για τη λύση του και ο ν. 4509/2017, ο οποίος επέτρεψε τη συναινετική λύση του γάμου με συμβολαιογραφική πράξη (εξωδικαστικά), με αποτέλεσμα το συναινετικό διαζύγιο να εκδίδεται πλέον ταχύτατα μέσω ψηφιακών υπηρεσιών. Κάθε διαδοχική αλλαγή νομοθεσίας διευκόλυνε, έτσι, τη λύση του γάμου και αυτό αποτυπώθηκε τόσο στις απόλυτες τιμές όσο και στους ετήσιους δείκτες μέτρησης της έντασης του διαζυγίου.

Από τη θέσπισή του (το 1983) και μετά το συναινετικό διαζύγιο κατέστη ιδιαίτερα δημοφιλές, όπως προκύπτει από την ιδιαίτερα υψηλή αναλογία των συναινετικών διαζυγίων (59-82%) στο σύνολο των διαζυγίων που εκδόθηκαν την περίοδο 1984-2017. Περαιτέρω, η έντονη αύξηση των δεικτών, αλλά και η αύξηση της μέσης διάρκειας γάμου κατά τη λύση του κατά τα έτη 1979- 1981 και 1984-1988, πρέπει, σε κάποιο βαθμό να αποδοθούν στους ν. 868/1979 και 1329/1983, οι οποίοι διευκόλυναν τη λύση του γάμου και επέτρεψαν τη μαζική λύση γάμων που ήταν ουσιαστικά για πολλά έτη «νεκροί».

Ειδικότερα, στη χώρα μας κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 λύνονται 550-900 στους 10.000 γάμους. Η ένταση αυξάνεται προοδευτικά στη συνέχεια:, αγγίζοντας τις 2.200-2.500 στη δεκαετία του 2000 και ξεπερνώντας τις 2.500 λύσεις στους 10.000 γάμους κατά τη διάρκεια της πρόσφατης οικονομικής κρίσης. Ταυτόχρονα, ενώ η μέση διάρκεια του γάμου στη λύση του ανέρχεται στα 11,2 έτη κατά μέσο όρο τη δεκαετία του 1990, υπερβαίνει πλέον τα 13 έτη μετά το 2008.

Αν δε περάσουμε από τη συγχρονική ανάλυση (και επομένως από τους ετήσιους δείκτες) στη διαμήκη και εξετάσουμε την ένταση του διαζυγίου στις διαδοχικές κοορτές γάμων (στους γάμους δηλ. που έγιναν κάθε χρονιά από τις αρχές της δεκαετίας του ’70 και μετά), θα διαπιστώσουμε ότι χώρισε το 10% των ζευγαριών που παντρεύτηκαν το 1972 και το 23% αυτών που παντρεύτηκαν στα τέλη της δεκαετίας1980, ενώ είναι πολύ πιθανόν να πράξει το ίδιο το 30% όσων παντρεύτηκαν στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Στην Ελλάδα, επομένως, τις τελευταίες δεκαετίες καταγράφονται σημαντικές αλλαγές και τάσεις σύγκλισης με τις χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης: αυξάνεται η αναλογία των ατόμων που δεν παντρεύονται (καθώς και το ποσοστό αυτών που δεν κάνουν παιδιά), όπως επίσης αυξάνονται τόσο οι εκτός γάμου γεννήσεις και τα ζευγάρια που επιλέγουν το Σύμφωνο Συμβίωσης, όσο και το ποσοστό των ζευγαριών που λύνουν τον γάμο τους στις νεότερες κοορτές. H πρώιμη λύση της έγγαμης συμβίωσης συνοδεύεται και από τη μη απόκτηση παιδιών από τμήμα αυτών που δεν ξαναπαντρεύονται, ενώ για άλλους η τέλεση ενός δεύτερου γάμου έχει ως αποτέλεσμα την απόκτηση και άλλων απογόνων εντός του πλαισίου της νέας τους σχέσης, με αποτέλεσμα όλο και περισσότερα παιδιά να μεγαλώνουν σε οικογένειες με ένα θετό και ένα βιολογικό γονέα.

Ταυτόχρονα, η αύξηση της έντασης του διαζυγίου και η αύξηση των γεννήσεων εκτός γάμου έχει ως αποτέλεσμα και την αύξηση των μονογονεϊκών οικογενειών. Επομένως, οι οικογενειακές δομές στη χώρα μας διαφοροποιούνται όλο και περισσότερο από αυτές του παρελθόντος. Η μικρή σε μέγεθος πυρηνική οικογένεια που προκύπτει από γάμο συνεχίζει να επικρατεί μεν αλλά και νέα οικογενειακά πρότυπα αναδύονται απαιτώντας νέες προσεγγίσεις σχετικά με το σχεδιασμό και την υλοποίηση των προτεραιοτήτων στη διαμόρφωση της όποιας δημογραφικής πολιτικής.

*Ο Γιώργος Κοντογιάννης είναι Διδάκτωρ Δημογραφίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας

________________

 

Πηγή:  ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΟΣ ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.